Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ
"Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΟΥ"
ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Mandela - Free Spirit

Mandela - Free Spirit

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Στον λαβύρινθο της παρακμιακής ελληνικής πραγματικότητας



Το εξουσιαστικό ταξικό σύστημα και η κυρίαρχη αστική-καπιταλιστική ιδεολογία παραμορφώνουν την πραγματικότητα στα μάτια των ανθρώπων, έτσι ώστε να αναπαράγεται η κυριαρχία και η εκμετάλλευση. Πέρα όμως από την παραμόρφωση της εικόνας του κόσμου, συντελείται και ένα εξίσου σοβαρό έργο, μέσω των ιεραρχικών θεσμών, των συμβόλων και των τελετουργιών: η στρέβλωση των κοινωνικών δομών, και άρα των ανθρώπινων σχέσεων, του πολιτικού συστήματος, των πολιτισμικών διεργασιών. Όπως επίσης η γενικευμένη αλλοτρίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και του ίδιου του εαυτού, του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου-προσώπου. Το στοιχείο αυτό παίρνει ακόμα πιο παραμορφωτικές και υπερβολικές διαστάσεις στην ελληνική κοινωνική οργάνωση.
Οι λόγοι είναι ιστορικοί και πολιτισμικοί: ήδη από τη δημιουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους υπήρχαν ισχυρότατες αντιδράσεις από τα τοπικά συμφέροντα και τους κοτζαμπάσηδες στη συγκρότηση ενός σύγχρονου αστικού και κεντρικού κρατικού συστήματος, με γνώμονα το κοινό καλό (έστω με ταξικά φίλτρα). Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: ο Καποδίστριας εκτελέστηκε από τους Μαυρομιχάληδες και έκτοτε πολιτικοί ηγέτες και ήρωες έγιναν παρακρατικοί και διεφθαρμένοι σατράπηδες εξουσιαστές.  Η κατακερματισμένη και τοπικιστική-οικογενειοκρατική ελληνική κοινωνία δεν άντεχε τις αλλαγές και τον τυπικό-ορθό λόγο στην κοινωνικοπολιτική οργάνωση και ζωή.
Μετά από τόσες δεκαετίες αναχρονισμού, στρεβλώσεων και αγκυλώσεων στην κοινωνική και πολιτική ζωή ερχόμαστε στο τραγικό σήμερα. Μια ανίκανη εξουσία κυβερνά μεταπολιτευτικά μια ανίκανη, συντηρητική, ανεπαρκή, ανασφαλή και με χαμηλή αυτοεκτίμηση μάζα ανθρώπων. Πρόκειται πραγματικά για μια τραγωδία που βιώνουμε όλοι σε αυτήν τη χώρα. Μια κάστα πολιτικών γραφειοκρατών που εξυπηρετούσε ανέκαθεν τα συμφέροντα τα δικά της και των αφεντικών της, των καπιταλιστών. Μια εξουσία με διεφθαρμένους πολιτικούς, χωρίς καμιά αξιοκρατία που διορίζουν τους ψηφοφόρους που έχουν μέσο και όχι τους ικανούς, τους άξιους και αδιάφθορους, που αναρριχώνται στην ιεραρχία οι πιο προβληματικοί, διεστραμμένοι, γλείφτες και παρανοϊκοί. Που όλοι τα παίρνουν όπως και απ’ όπου μπορούν.
Και από την άλλη, οι άνθρωποι στη βάση της πυραμίδας, οι εργαζόμενοι, οι καταπιεσμένοι. Ανασφαλείς, φοβούνται και τη σκιά τους, θαυμάζουν, φθονούν και φοβούνται ταυτόχρονα την εξουσία. Ανίσχυρες μονάδες, εγωιστές και ματαιόδοξοι, βολεμένοι, άλλοι πατούν επί πτωμάτων για να επιβιώσουν και να ανελιχθούν στην πυραμίδα, φτιάχνουν συντεχνίες, συνδικαλίζονται για τα μικροαστικά συμφέροντά τους. Νιώθουν ότι δεν αξίζουν, ότι είναι άσχετοι, ότι όλοι θέλουν το κακό τους, για αυτό δεν θέλουν αξιολόγηση, ακόμη και αν αξιολογούν ανθρώπους και μάλιστα νέους και παιδιά. Βρίσκουν ένα σωρό προφάσεις και ιδεολογήματα για να καλύψουν τις προκαταλήψεις και τις ιδεοληψίες τους. Είναι μέτριοι και απλοί άνθρωποι, δεν φταίνε σε τίποτα, άσχετα αν ανέχονται όλα αυτά που γίνονται γύρω τους. Κατά τα άλλα δεν έχουν βλάψει κανέναν. Οι ίδιοι ίσως όχι, αλλά σίγουρα έχουν δει δίπλα τους άλλους να το κάνουν, ανώτερους ή συναδέλφους τους, δεν έχει σημασία. Άρα έχουν ευθύνη, τρέφουν με τον τρόπο τους το σύστημα, σιωπηλά, κρυφά, ύπουλα, και ίσως δεν το καταλαβαίνουν κιόλας. Τόσο ισχυρά άλλοθι πλάθουν στο κεφάλι τους, που μπορεί να νομίζουν ότι είναι αριστεροί και επαναστάτες από πάνω.
Με όλες αυτές τις στρεβλώσεις και διαστρεβλώσεις αναρωτιόμαστε πώς φτάσαμε ως εδώ ως κοινωνία, ως άνθρωποι. Αυτή είναι η παρακμιακή ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας, των ελλήνων ανθρώπων.

Οι πάνω και οι κάτω παγιδευμένοι σε αξεδιάλυτο κόμπο, πνίγονται σιγά-σιγά από μόνοι τους. Ο γόρδιος δεσμός του πολιτισμού του νεοέλληνα νεόπλουτου, που τώρα μισεί τους πάντες γιατί κήρυξε πτώχευση. Πώς λοιπόν θα λυθεί; θα κοπεί; Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζονται σίγουρα εκείνες οι ισχυρές μονάδες, οι προσωπικότητες και οι μειοψηφίες που θα κάνουν τη διαφορά και που είναι συνειδητά έξω από το σύστημα, που θα ξεκολλήσουν τον κόσμο, τους απλούς ανθρώπους. Πάντα υπήρχαν απλοί άνθρωποι, από παλιά, που ήθελαν την αλλαγή, τη δικαιοσύνη και την αξιοκρατία. Αλλά τους έτρωγε η μιζέρια, η παράδοση, οι προκαταλήψεις, οι απογοητεύσεις από ένα τόσο σάπιο σύστημα που δεν διστάζει να σκοτώνει τα καλύτερα παιδιά του, ακόμη και να αυτοκαταστρέφεται, για να επιβιώνει – ή τουλάχιστον να μην επιβιώνουν οι γνήσιοι και αληθινοί άνθρωποι, αυτοί που δίνουν τα πάντα για τους άλλους και για μια καλύτερη κοινωνία και ανθρωπότητα. Και ας χαθούμε στην άβυσσο. Καλύτερα από το να επικρατήσουν οι καλοί και οι σωστοί, οι αγνοί και αθώοι, οι διαφωτιστές, οι πραγματικοί δάσκαλοι και ηγέτες, οι καθοδηγητές που θυσιάζουν τον εγωισμό τους, τη ζωή τους, την καλοπέρασή τους, την περιουσία τους για το κοινό καλό και τον άνθρωπο. Παρά τον πόλεμο που έκαναν στον Καποδίστρια – για να επανέλθουμε στο αρχικό παράδειγμά μας – πολύς λαός τον υποστήριζε, χιλιάδες έκλαψαν με τον θάνατό του. Έκλαψαν, γιατί για μια ακόμα φορά απογοητεύτηκαν, προδόθηκαν, έχασαν τις ελπίδες τους.  

Ο ρόλος των θεσμών-«ιδεολογικών μηχανισμών»

Οι θεσμοί και οι τελετουργίες σε όλη τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου τον αλλοτριώνουν, τον καθορίζουν, τον διαμορφώνουν ως ύπαρξη. Πώς μπορείς να επαναστατήσεις, πώς μπορείς να λέγεσαι αριστερός, αντιεξουσιαστής, αναρχικός, επαναστάτης όταν έχεις αποδεχτεί το σχολείο, όταν έχεις πάει στο στρατό, όταν παντρεύεσαι και μάλιστα με θρησκευτικό γάμο, όταν γίνεσαι ακαδημαϊκός με το κύρος-εξουσία που συνεπάγεται μια τέτοια θέση-ρόλος; Μόνο όταν είσαι εξαιρετική-γνήσια συνείδηση και σε εξαιρετικές-ευνοϊκές συγκυρίες. (Να πάλι πώς προκύπτει εδώ το ζήτημα των προσωπικοτήτων και των καταλυτικών μειοψηφιών.) Πώς μπορείς να είσαι δάσκαλος και γονιός σε μια τυπική-εξουσιαστική οικογένεια, δηλαδή παιδονόμος και θεματοφύλακας «ορίων» και κανόνων, και να επαναστατείς; Ναι, οι κανόνες και τα όρια χρειάζονται, σύμφωνα με την ψυχολογία καλύτερα να έχεις κανόνες και όρια, καλύτερα να είσαι αυταρχικός από το να είσαι χύμα και πλαδαρός, καλύτερα να υπάρχει το πατρικό – και όχι μόνο το μητρικό – πρότυπο. Γιατί έτσι προκαλείς σύγχυση στην προσωπικότητα του παιδιού. Αλλά πρέπει να έχουμε παράλληλα την υποψία ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν φυλακίζεται-περιορίζεται σε όρια και κανόνες, διότι είναι άπειρη (και άχρονη-αναλλοίωτη). Άρα με το να εμμένουμε προσκολλημένοι στον νόμο και την τάξη γινόμαστε πιο φτωχοί ως ανθρώπινες υπάρξεις-ουσίες. Εξάλλου οι νόμοι αλλάζουν, δεν είναι αμετάβλητοι, τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία. Εξαρτάται από την ματιά κάθε φορά της συνείδησης του συμμέτοχου παρατηρητή.  

Η ανθρώπινη ύπαρξη αναπνέει μόνο σε περιβάλλον ελευθερίας, αυτή είναι το οξυγόνο της. Το βαθύτερο νόημά του ανθρώπου είναι αυτή η υπαρξιακή ελευθερία, η αυταξία και η αξιοπρέπεια του προσώπου. Η ελευθερία δεν επιβάλλεται, η ύπαρξη δεν φυλακίζεται, δεν καταπιέζεται. Μόνη της πρέπει να συνειδητοποιήσει ποιο είναι το σωστό και να το πράξει, να ζητήσει την ελευθερία της, που πηγάζει πρώτα απ’ όλα από μέσα της.
Τα παραπάνω έχουν και μια προσωπική βιωματική χροιά. Όταν από ιδιωτικός υπάλληλος και κατά περιόδους άνεργος γίνεις κάποια στιγμή έγινα δημόσιος υπάλληλος, με τον καιρό, αρχίζεις να νιώθεις διαφορετικά σε σχέση με την προηγούμενη κατάστασή σου. Ο ιδεολογικός-συμβολικός ρόλος της θέσης σου σε καθορίζει: προνομιούχος και ανώτερος (ή πιο άξιος) σε σχέση με άλλους ανθρώπους. Μετά κάνεις ένα μεταπτυχιακό και στη συνέχεια και διδακτορικό. Στην αρχή το κάνεις για δική σου βελτίωση και αναζήτηση γνώσης. Σταδιακά όμως, νιώθεις το συμβολικό βάρος του τίτλου, νιώθεις ότι ξεχωρίζεις, φαντασιώνεσαι πώς θα είσαι με το ντοκτορά, ότι οι άλλοι θα σε σέβονται, θα σε βλέπουν διαφορετικά, θα έχεις κύρος. Στην αρχή αυτό είναι ανεπαίσθητο, ασυνείδητο. Μετά, ίσως καταλάβεις την παγίδα στην οποία έχεις πέσει:  ότι σταδιακά γίνεται νοοτροπία, επηρεάζει το φαντασιακό σου. Τα σύμβολα καθορίζουν αυτό που είσαι και όχι το αντίθετο. Να πώς αναπαράγεται η εξουσία.  
Τι γίνεται όμως με την αντίσταση και την εξέγερση, ατομική και συλλογική; Ακόμη και η αντίσταση, η επαναστατικότητα, η εξέγερση, συχνά έχουν τα ίδια εσωτερικά κίνητρα, τον ίδιο ψυχολογικό πυρήνα. Είναι πολλές φορές μια διαδικασία ψυχαναγκαστική, νευρωσική, μπορεί να γίνεται από ζήλια και κόμπλεξ. Είναι αντίδραση στον κακό ή πολύ καλό πατέρα ή στην υπερπροστατευτική μητέρα κοκ.  
Η κατάρα αυτού του τόπου, του ελλαδικού, της κοινωνίας και των ανθρώπων του. Μια ιδιομορφία στη συνάρτηση της ιστορίας και της ανθρωπολογικής τυπολογίας του χόμο σάπιενς. Μια μαύρη τρύπα στον χάρτη των πολιτισμών. Μια ιδιομορφία που μπορεί να συμπαρασύρει στο χειρότερο ή στο καλύτερο και άλλες κοινωνίες της δύσης. Θα ανοίξει άραγε τον δρόμο στον διεθνή ναζισμό; Ή θα δώσει το παράδειγμα μιας νέας και γνήσιας δημοκρατίας, ελευθερίας, αναρχίας;
Από τη δυστοπία-ψευδαίσθηση αυτού που αποκαλούμε «πραγματικότητα», η κατακερματισμένη-ταπεινωμένη-σκλαβωμένη ατομική συνείδηση καλεί την ουτοπία-ευτοπία της πραγματικής πραγματικότητας, της Αλήθειας. Για να απαλλαγεί μια για πάντα από τις αλυσίδες της, καλεί την απόλυτη Ελευθερία της κοινωνικής, οικουμενικής και τελικά συμπαντικής συνείδησης. 
Προς κάθε ενδιαφερόμενο, σκεπτόμενο άνθρωπο, γνήσια συνείδηση…     
24/4/2014
Δημήτρης Φασόλης    

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Δεν βλέπουμε αυτό που είναι μπροστά μας



ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Το εγχείρημα Άμεσος Λόγος και Δράση 2 περνάει σε έναν νέο, αναβαθμισμένο πιστεύουμε, κύκλο μαθημάτων, παραγωγής γνώσης, λόγου και δράσης. Για τον λόγο αυτό κρίναμε απαραίτητο να ανανεώσουμε και τον τρόπο παρουσίας μας στο διαδίκτυο με ένα νέο site: τον Άμεσο Λόγο και Δράση 3 .  Στο εξής τα κείμενά μας θα δημοσιεύονται σε αυτόν τον ιστότοπο. 

Το παρόν μπλογκ θα συνεχίσει να υπάρχει ως αρχείο για τα κείμενά μας.
 

Ευχαριστούμε όλους και όλες που μας στήριξαν μέχρι τώρα. Συνεχίζουμε.
 

ΑΜΕΣΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ 2-3

Δεν βλέπουμε αυτό που είναι μπροστά μας  
Στην υπόθεση Μπαλτάκου ο ΣΥΡΙΖΑ, άσκησε έντονη κριτική στη ΝΔ και την κυβέρνηση, αλλά το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχει δώσει εδώ και καιρό το καλύτερο δείγμα γραφής όσον αφορά τη στάση του απέναντι στα φασιστοειδή ασπόνδυλα. Δεν είναι λίγες οι φορές που βουλευτές του ασκούν κριτική για πολιτική δίωξη της χα, για καθοδηγούμενη δικαιοσύνη και άνωθεν παρεμβάσεις στο έργο της (αλήθεια, είναι ποτέ δυνατόν η αστική δικαιοσύνη να είναι ουδέτερη, πολιτικο-ιδεολογικά;). Επίσης, ουκ ολίγες φορές, οι του ΣΥΡΙΖΑ έχουν συμμαχήσει με τους φασίστες στη βουλή στην καταψήφιση νομοσχεδίων, για λόγους τακτικίστικους: τη φθορά της κυβέρνησης και την καταγραφή ενός αντικυβερνητικού μετώπου. Τώρα, με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό, κάνουν λόγο για «συνταγματική εκτροπή», για «ζήτημα δημοκρατίας και λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών». Αυτά όμως είναι και επιχειρήματα των νεοναζιστών. Η πολιτική αυτή μπορεί άνετα να του γυρίσει μπούμερανγκ: να πάρει την εξουσία η φασιστική συμμορία και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να έλθει στη θέση του διωκόμενου, μαζί με πολλούς  άλλους υποψηφίους.     
Στο προκείμενο τώρα, το ζήτημα που τίθεται με την υπόθεση Μπαλτάκου δεν είναι κάτι καινούριο ή άγνωστο: στα κόμματα εξουσίας πάντα υπήρχαν θύλακοι συντηρητικοί και ακροδεξιοί. Στο ΠΑΣΟΚ, σε διαφορετικές περιόδους: «αυριανιστές» και λοιποί λαϊκιστές, μέλη της ΕΠΕΝ και λοιποί χουντικοί-ακροδεξιοί, που ελέγχονταν από τον Κουτσόγιωργα, «αγανακτισμένοι πολίτες». Στη ΝΔ: ακροδεξιοί και ρατσιστές, εθνικιστές-σωβινιστές, χουντικοί και συμπαθούντες των φασιστών. Αυτό επηρεάζει, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, τις πολιτικές γραμμές και κυβερνητικές αποφάσεις. Γίνεται δε για στρατηγικούς και τακτικούς λόγους, για να διεμβολίζεται εκλογικά ο δεξιός-ακροδεξιός χώρος που πάντα υπήρχε στην ελληνική κοινωνία (ο γνωστός «εθνικός κορμός»), ενώ τώρα έχει ενδυναμωθεί ιδιαίτερα. Έκφραση αυτού, η άνοδος των νεοναζιστών. Επίσης, οι εν λόγω ακροδεξιοί παράγοντες στα κόμματα εξουσίας πάντα είχαν τον ρόλο των δημοσίων σχέσεων, της επικοινωνίας με τα φιλικά τους πρόσωπα ή οργανώσεις, ώστε να μεσολαβούν στην κυβέρνηση για να παίρνονται μέτρα εκτόνωσης των ακροδεξιών πιέσεων και ανακλαστικών της κοινωνίας, αλλά και για να προσεταιρίζονται στελέχη του ακροδεξιού χώρου και να τα οδηγούν σε θεσμικούς ρόλους και πολιτικές (κεντροδεξιές), με πρόσφατο παράδειγμα την προσχώρηση στη ΝΔ και στην κυβέρνηση των Βορίδη και Γεωργιάδη. Τέλος, ο ακροδεξιός όχλος χρησιμεύει και ως μοχλός πίεσης και καταστολής στα πιο ατίθασα και εξεγερμένα κομμάτια της κοινωνίας.
Το κομβικό γεγονός στην υπόθεση αυτή είναι ότι σχεδόν όλοι υποτίμησαν το νεοναζιστικό μόρφωμα, το οποίο τώρα έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις κοινωνικής πανούκλας. Το υποτίμησαν παράγοντες της κυβέρνησης και της ΝΔ (και όχι η κυβέρνηση ή το πολιτικό σύστημα γενικά), που ίσως πίστεψαν ότι μπορούν να το χειριστούν προς όφελός τους. Όμως, δυστυχώς, το υποτίμησε επίσης τόσο η αριστερά όσο και ο αα χώρος. Γιατί να μην σκεφτούμε αυτοκριτικά-αναστοχαστικά ότι η ίδια («ελληνική») πολιτισμική νοοτροπία διαπερνάει όλους τους χώρους, όπως και την κυβέρνηση-εξουσία; Δηλαδή, η μη σοβαρή αντιμετώπιση των πραγμάτων: όπως σκέφτονται πολλοί από την αριστερά και τον αα χώρο ότι οι φασίστες είναι ελεγχόμενοι-χειραγωγούμενοι και απαξιώνονται, έτσι και σε κάποιους κυβερνητικούς παράγοντες κυριάρχησε η σκέψη ότι μπορούν να τους χρησιμοποιήσουν και μετά να τους πετάξουν. Και έτσι τελικά έπεσαν στην παγίδα τους, γεγονός πάρα πολύ επικίνδυνο.
Αλλά το πιο σημαντικό ζήτημα που ανακύπτει από αυτή την υπόθεση είναι το εξής: η όλη συζήτηση είναι αποπροσανατολιστική. Και επί της ουσίας, κανείς δεν βλέπει αυτό που είναι μπροστά του: αρνείται ότι υπάρχει ισχυρό και γνήσιο φασιστικό φαινόμενο και ότι η συντριπτική πλειονότητα των 500 χιλ. που ψήφισαν ναζιστές είναι συνειδητοί υποστηρικτές ή ενεργοί φασίστες και όχι «παρασυρμένοι». Αυτό ισχύσει για τον ΣΥΡΙΖΑ, που καταγγέλλει την ακροδεξιά τάση της ΝΔ και της κυβέρνησης. Η υπόρρητη δήλωση-νόημα μια τέτοιας θέσης είναι ότι η κοινωνική απήχηση και η εκλογική επιτυχία των νεοναζιστών είναι συγκυριακή και παροδική, γιατί ελέγχονται από κέντρα κυβερνητικά, και για όσο διάστημα εξυπηρετεί τα σχέδιά τους θα τους προωθούν. Όταν όμως δεν τους χρειάζονται θα τους παροπλίσουν. Άρα, δεν υπάρχει φασιστικό φαινόμενο στον ελλαδικό χώρο. Κι εδώ βέβαια πάλι μπαίνει η κοντόθωρη ψηφοθηρική λογική (να πάρουμε μαζί μας τον κόσμο).
Αλλά το ανάλογο επίσης ισχύει και για τον αα χώρο, που δίνει έμφαση στο ότι επιβεβαιώνεται από τις πρόσφατες εξελίξεις η θέση του για δημιουργία και έλεγχο των χρυσάβγουλων από το κράτος και την κυβέρνηση (αγαστή σχέση και συνεργασία κράτους-παρακράτους). Η εν λόγω θέση υποτιμά τη δυναμική του ναζιστικού-ρατιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία (συνοδεύεται συχνά δε από ένα, εθνοκεντρικό κατά βάση, ιδεολόγημα: οι Έλληνες έζησαν και υπέφεραν από τον φασισμό, άρα δεν μπορεί να είναι φασίστες). Δηλαδή υποστηρίζεται εμμέσως ότι δεν υπάρχει φασιστικό κοινωνικό φαινόμενο και ότι αυτό ελέγχεται και χειραγωγείται από την εξουσία. Μήπως τότε δεν υπάρχει το ενδεχόμενο-προοπτική για φασιστική εκτροπή; Δεν συμφέρει μερίδα του κεφαλαίου; Αλλά ακόμη και αν το φαινόμενο χα ξεκίνησε ως σχέδιο αποπροσανατολισμού και καταστολής των πολιτών και των αντιστάσεων, γιατί να μην έχει πλέον αυτονομηθεί; Εξάλλου οι κοινωνίες δεν είναι αυτόματες μηχανές που τις καθοδηγούν κάποιοι εγκέφαλοι κατά βούληση. Δεν μπορεί ένας μηχανισμός, όσο καλά οργανωμένος και αν είναι, να δημιουργήσει κοινωνικό κίνημα, ρεύμα ή φαινόμενο. Άρα οι κοινωνικές και πολιτισμικές-ανθρωπολογικές αιτίες υπάρχουν στην κοινωνία και εκδηλώθηκαν-εκφράστηκαν ανοιχτά μέσα από την άνοδο των νεοναζιστών.
Αντί όμως να μας προβληματίσει και να δώσουμε βάρος στο κρίσιμο σημείο, που είναι ο βαθύς συντηρητισμός της κοινωνίας και η πίεση από τα κάτω για ακροδεξιά ατζέντα στην πολιτική πρακτική, τα ρίχνουμε όλα στην κυβέρνηση (η οποία βλέπει τους ανθρώπους πρώτα απ’ όλα ως ψηφοφόρους). Το ζητούμενο για μια επαναστατική δράση είναι πώς θα αλλάξει την νοοτροπία-ιδεολογία των από κάτω, διαδικασία επίπονη, δύσκολη και μακροχρόνια. Πάντως με τσιτάτα, καταγγελίες, ταυτολογίες και αναμασήματα παλιών ιδεών και λόγων δεν πρόκειται να γίνει.  
Διαπιστώνεται λοιπόν ότι κυριαρχεί ένα κλίμα μαζικής αυτοτύφλωσης. Αλλά και παντού στον κόσμο αναβιώνει ο φασισμός, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο αντισημιτισμός, ο εθνικισμός και ο τοπικισμός. Η ιστορία ανακυκλώνεται, κατά ένα μυστήριο τρόπο. Γιατί άραγε; Η απάντηση είναι ότι όσο υπάρχει εξουσιαστικό ταξικό σύστημα, η ανθρωπότητα θα είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο προόδου και παρακμής. 
Κατά συνέπεια, όσο υπάρχει καπιταλισμός, ο φασισμός-ναζισμός και ο ρατσισμός θα αναβιώνουν κάθε τόσο. Γιατί ο φασισμός-ναζισμός εμπεριέχεται στο βαθύτερο νόημα του καπιταλισμού, είναι στοιχείο της ίδιας της κίνησής του. Καθώς  ο τελευταίος είναι ένα σύστημα που αναβαθμίζει, εξορθολογίζει και τελειοποιεί την εκμετάλλευση και τον επιστημονικό εξανδραποδισμό του ανθρώπου, εμπεριέχει και το φαινομενικά αντίθετό του: τον φασισμό-ναζισμό ως απολυτοποίηση της μαζικής σκλαβιάς και εκμετάλλευσης, ως σκοτεινή και ανορθολογική-παρανοϊκή πλευρά του διαφωτιστικού και ορθολογικού-θετικιστικού καπιταλισμού. Είναι αυτή η «μετριότητα» που γεννά το απόλυτο κακό στην κοινωνία («Τα ειδεχθέστερα εγκλήματα διαπράττονται από τιποτένιους ανθρώπους που αρνούνται την ίδια τους την ατομικότητα», Χάνα Άρεντ), η οποία όμως θρέφεται στον καπιταλισμό: η αστική δημοκρατία της μάζας κάνει τον άνθρωπο μετριότατο, απρόσωπο, έτοιμο να γίνει φασίστας. Άρα μόνο η υπέρβαση του καπιταλισμού διασφαλίζει την ιστορική παρακμή και τον αφανισμό-αναίρεση και των δύο επιφαινομένων της ίδιας πραγματικότητας.
22/4/2014
Δημήτρης Φασόλης

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η επιθυμία για ελευθερία και η αντιστραμμένη της τάση (επιθυμία) για ανελευθερία



Σε έναν κόσμο που παλαντζάρει, καθώς τα θεμέλιά του τρίζουν επικίνδυνα και υποχωρούν (καταρρέουν), δύο αντίθετες τάσεις του ανθρώπου φαίνεται να συγκρούονται αμείλικτα: η επιθυμία για ελευθερία και η επιθυμία για ανελευθερία (ως αντεστραμμένες ή κατοπτρικές εικόνες η μια της άλλης). Η δεύτερη φαίνεται μάλιστα να κυριαρχεί, προς το παρόν. Ίσως τελικά ο άνθρωπος νιώθει περισσότερο ασφάλεια και άνεση όταν είναι περιορισμένος ή δεμένος με αλυσίδες και φραγμούς κάθε είδους. Δεν είναι τυχαίο ότι, ιστορικά, «εύκολα» η επιθυμία του ανθρώπου για ελευθερία και δικαιοσύνη (μέσα από μεγαλειώδεις αγώνες, που συχνά συντάρασσαν την ιστορία και άλλαζαν τον ρου της) μεταστρεφόταν σε επιθυμία για ανελευθερία, για υποταγή στον ολοκληρωτισμό. Με πιο πρόσφατα παραδείγματα τον ιταλικό και γερμανικό λαό, που μετά από ένα ισχυρό κομμουνιστικό-επαναστατικό κίνημα, με πρωτοπόρες ιδέες και επιτεύγματα, ασπάστηκε και υποστήριξε με φανατισμό και μαζικά τον φασισμό και τον ναζισμό, αντίστοιχα.

Είναι σαν η ματαίωση του αγώνα για ελευθερία και ανθρωπιά, για αξιοπρέπεια, αδελφοσύνη, ισότητα και δικαιοσύνη να έχει ως αντίθετο ισοδύναμό της την επιθυμία για σκλαβιά, δογματισμό, μίσος, φανατισμό, φόβο, ηθική κατάπτωση, απανθρωπιά. Λες και η ιστορία εκδικείται τους ανθρώπους που για άλλη μια φορά δεν κατάφεραν να καταλάβουν και να πραγματώσουν το βαθύτερο νόημά της: την ελευθερία και την πανανθρώπινη-οικουμενική ισότητα-ενότητα. Μήπως όμως και η ματαίωση της ελευθερίας, η επιθυμία της ανελευθερίας, είναι τελικά καλυμμένος πόθος και νοσταλγία για ελευθερία, ως άρνηση της τελευταίας, που όμως μέσα της σιγοκαίει και προετοιμάζεται και πάλι να θεριέψει η επιθυμία για πραγματική ελευθερία; Αυτό εξάλλου δείχνει και το γεγονός ότι σε σκοτεινές περιόδους ανελευθερίας και δουλείας της ανθρωπότητας, τόσο στο απώτατο παρελθόν όσο και στη σύγχρονη ιστορία, πάντα αναπτυσσόταν και το αντίπαλο δέος, η επαναστατική και απελευθερωτική δράση ανθρώπων με ελεύθερο μυαλό και συνειδήσεις. Δράση που γιγαντωνόταν, αγκάλιαζε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και τελικά άλλαζε την ιστορία.

Πώς όμως διατηρείται η εξουσία στις διάφορες εκδοχές της; Γιατί τα διάφορα εξουσιαστικά, ακόμη και αυταρχικά, καθεστώτα είναι ανθεκτικά στον χρόνο, παρόλο που είναι μισητά από τον περισσότερο κόσμο; Ένας βασικός λόγος είναι ότι η εξουσία έχει αποκτήσει τεράστια εμπειρία μετά από χιλιάδες χρόνια παράδοσης ιεραρχικών, καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών συστημάτων. Επίσης έχει συσσωρεύσει τεράστια γνώση, αφού ελέγχει την επιστήμη αλλά και τη λαϊκή σοφία προς όφελός της. Πολύ περισσότερο σήμερα που ελέγχει την τεχνολογία, η οποία έχει πάρει μεταφυσικές σχεδόν διαστάσεις και ιδιότητες. Έχοντας αυτήν την γνώση και εμπειρία στο να ελέγχει και να χειραγωγεί τις μάζες, η εξουσία διαχρονικά εκσυγχρονίζεται και αλλάζει προσωπεία: αυταρχικά και συντηρητικά ή προοδευτικά και φιλελεύθερα-δημοκρατικά, παλιά και νέα. Στην ουσία όμως παραμένει το ίδιο ψυχρή, απάνθρωπη και καταπιεστική. Καταφέρνει όμως να ξεγελά τους ανθρώπους, ακριβώς με το να αλλάζει προσωπείο, όταν το παλιό έχει πια γίνει παρωχημένο, έχει ξεφτίσει, και όχι μόνο δεν πείθει κανένα αλλά γίνεται συνάμα αποκρουστικό και μισητό. Γι’ αυτό και πρέπει να αλλαχτεί.

Και ενώ ο κόσμος βρίζει τους ηγέτες και τους πολιτικούς ή οικονομικούς παράγοντες, τους γνωρίζει καλά και ξέρει τα παιχνίδια τους, εντούτοις, κάθε φορά που η εξουσία ρετουσάρεται και προβάλλεται ανανεωμένη, οι άνθρωποι στέργουν τους νέους ηγέτες, τα «νέα πρόσωπα», εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε αυτούς. Είναι φαίνεται εγγενής στους ανθρώπους η τάση να δείχνουν εμπιστοσύνη, να εξαρτώνται από τους εκάστοτε ηγέτες. Και αυτοί από τη μεριά τους κατέχουν πολύ καλά την τεχνική χειραγώγησης και εξαπάτησης. Ολοένα λοιπόν εμφανίζονται νέα πρόσωπα στην πολιτική σκηνή και εναλλάσσονται στην κυβέρνηση μιας χώρας: άλλοτε με ιδιότητα φιλολαϊκή, παιδιά του λαού, λαοπλάνοι, άλλοτε ως τεχνοκράτες, ψυχροί, χωρίς ιδεολογία, άλλοτε σαν αυταρχικοί πατερούληδες ή στυγνοί δικτάτορες. Έτσι λοιπόν, κάθε φορά που οι άνθρωποι κάνουν ένα θαρραλέο βήμα, εξεγείρονται, ανατρέπουν εξουσίες, την επόμενη ακριβώς στιγμή σταματούν και πισωγυρίζουν: ένα δυνατό αίσθημα τους κυριεύει. Και το αίσθημα αυτό δεν είναι άλλο από τον φόβο μπροστά στην ελευθερία. Πώς θα συνεχίσουν το άλμα τους, πώς θα κάνουν και άλλα άλματα να ζήσουν συνειδητά ελεύθερα, χωρίς καταπίεση, εκμετάλλευση, αρχηγούς, ιεραρχία; Και μπροστά στον τρόμο του αβέβαιου και του καινούριου ψάχνουν ξανά απεγνωσμένα για ένα στήριγμα. Θα υποκλιθούν στους νέους ηγέτες, στους «αγωνιστές» που αναδείχθηκαν στην προηγούμενη φάση της εξέγερσης. Θα υποστηρίξουν τη νέα εξουσία, κυβέρνηση κλπ.

Ως πότε άραγε οι άνθρωποι θα είναι τόσο αφελείς και ευκολόπιστοι; Και πόσα πρόσωπα έχει άραγε η εξουσία ως εφεδρεία; Θα εξαντληθούν κάποτε οι καβάντζες της; Μήπως τελειώνουν οσονούπω οι εναλλακτικές της, τα κρυφά χαρτιά της; Πάντως τα παραδείγματα πληθαίνουν όπου οι άνθρωποι θέλουν να απελευθερωθούν, να απαλλαγούν από τους εξουσιαστές που τους στερούν τη ζωή και το μέλλον, το δικό τους και των παιδιών τους. Το προσωπείο της εξουσίας έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα και έχει χάσει σε σημαντικό βαθμό την ικανότητά του να ξεγελά και να πείθει.  

Έτσι, στην Ουκρανία και στη Βενεζουέλα, πιο πριν στην Τουρκία, στη Βραζιλία, στην Ταϋλάνδη, σε όλη τη γη, οι άνθρωποι αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά τους, για την ελευθερία τους, για δικαιοσύνη, επιτέλους. Λένε ότι δεν πάει άλλο με τους εξουσιαστές, τους πλούσιους, τους πολιτικούς που το μόνο που τους νοιάζει είναι η εξουσία, η περιουσία και τα προνόμιά τους. Ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται σε αναταραχή, κοινωνική και φυσική (κλιματική αλλαγή, φυσικές καταστροφές, ασυνήθιστα καιρικά φαινόμενα). Η ιστορία βρυχάται και ξερνάει από τα σωθικά της τη φωτιά και το πνεύμα της ελευθερίας, της αυτοπραγμάτωσης, της μη αλλοτρίωσης του ανθρώπου, της ακέραιης, ουσιαστικής και όχι ακυρωμένης ύπαρξης. Φυσικά κι εδώ παραμονεύουν «νέοι» και παλιότεροι ηγέτες και κόμματα που σφετερίζονται την έννοια του καινούριου, του ριζοσπαστικού, της ανανέωσης. Οι δε φασίστες παραμονεύουν διεθνώς, παρεμβαίνουν και προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τέτοιες ρευστές καταστάσεις, για να καταλάβουν την εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο, πραγματοποιώντας έτσι το προσεχτικά οργανωμένο σχέδιό τους.

Οι άνθρωποι λοιπόν πρέπει να γυρίσουν την πλάτη στο παλιό, στα σκουπίδια του εξουσιαστικού πολιτισμού της υποκρισίας και να πιστέψουν στον εαυτό τους, στις ικανότητές τους. Να φανταστούν ότι μπορούν να αυτό-κυβερνηθούν, να αυτό-οργανωθούν και να αυτό-διευθυνθούν, να φανταστούν (και να πιστέψουν) ότι μπορούν να ζήσουν ελεύθερα χωρίς καταναγκασμούς, εξουσία, καταπίεση, ιεραρχία, διαχωρισμούς κάθε είδους[1]. Αυτή η φαντασία, εμπεριέχει κάτι το «μαγικό», που όμως οι άνθρωποι κατέχουν και ασκούν από την προϊστορία κιόλας, ως στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Αυτό υποστηρίζει ο Έρνστ Φίσερ, αναλύοντας τη μαγεία ως συλλογική διαδικασία και ως προϊόν της κοινωνικής εργασίας. Την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να φαντάζεται μια μορφή, και έπειτα να παρεμβαίνει στη φύση, να την αλλάζει σύμφωνα με την ατομική και συλλογική βούλησή του και πνευματική του δύναμη, με βάση αυτό που έχει σχεδιάσει εκ των προτέρων.  Αυτή τη δημιουργική δύναμη πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι κατέχουν οι άνθρωποι, να την ξαναβρούν μέσα τους, να την ανασύρουν και να την κάνουν πράξη και επαναστατική δύναμη.








[1] Αυτή την νέα επαναστατική κατάσταση, τον πολιτισμό της απόλυτης, και άρα οικουμενικής, ελευθερίας, ισότητας, ενότητας, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης, ο Χέγκελ, κατά τη γνώμη μου, την περιγράφει ως εδραίωση του λόγου, της αλήθειας, του πνεύματος και ως ταύτισή τους με την πραγματικότητα, σε μια άρρηκτη ενότητα. Ώστε να προκύψει έτσι ένας πανανθρώπινος οικουμενικός πολιτισμός του πνεύματος. Υποστηρίζει λοιπόν ότι για να συστοιχηθεί η θεωρία με την πράξη, το πνεύμα με την ύλη, να εδραιωθεί με άλλα λόγια η ελευθερία που ουσιαστικά είναι ένα υποκείμενο λογικό και άπειρο, μια ενιαία ολότητα και όχι αλλοτριωμένο και πεπερασμένο-κατακερματισμένο, είναι αναγκαία η βία. Διότι πρόκειται για μια εντελώς πρωτόγνωρη και ανοίκεια (παράδοξη) διαδικασία: είναι η πράξη που συντονίζει τη λογική και το πνεύμα με την πραγματικότητα. Όπου η λογική προσδιορίζει και καθορίζει την πραγματικότητα, δηλαδή η πραγματικότητα λογικοποιείται, και ταυτόχρονα η λογική και το πνεύμα πραγματώνεται μέσω της ύλης, της φύσης και της κοινωνικής πραγματικότητας.  

Δημήτρης Φασόλης 

15/3/2014


Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Ύλη και δομή



Ο άνθρωπος λοιπόν φαίνεται ότι εκλαμβάνει πρωταρχικά τη μορφή (δομή) των πραγμάτων και αυτή κατανοεί-νοηματοδοτεί. Προηγείται η μορφή-δομή της ύλης: όπως ο αγγειοπλάστης, πρώτα φτιάχνει τη μορφή, τη φαντάζεται στον νου του, τη διανοείται, και μετά χύνει την άμορφη μάζα-ύλη-περιεχόμενο (Φίσερ, 149-54). Τα επιμέρους όμως συστατικά στοιχεία, τα υλικά άτομα δεν παίζουν κανέναν ρόλο;

Ο Φίσερ[1] ισχυρίζεται το αντίθετο: από την άλλη όμως, και τα άτομα, τα υλικά συστατικά στοιχεία, οι θεμελιώδεις ουσίες-οντότητες, έχουν περιεχόμενο, συγκεκριμένες ιδιότητες, «χωρικές ανάγκες» που δημιουργούνται από τις εν λόγω ιδιότητες, την ενέργειά τους, την ηλεκτρική τους πόλωση-φορτίο κ.ά. θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνιστούν μια βαθιά δομή ή βαθύτερη από τη δομή σύμπλεξής τους (τους δεσμούς και τη διάταξη στον χώρο). Και λόγω αυτών των ιδιοτήτων, αλληλεπδρούν με ορισμένο τρόπο και ευνοούν ορισμένες δομές-σχέσεις μεταξύ τους. Οι σχέσεις όμως και οι δομές αυτές, οι ιδιότητες, δεν είναι στατικές και σταθερές, αλλάζουν συνεχώς, καθώς οι συνθήκες του περιβάλλοντος αλλάζουν, αλλάζει η ενέργεια, το φορτίο, η κίνησή τους. Ενώ οι προϋπάρχουσες ιδιότητές τους ευνοούν ορισμένες κινήσεις και συμπεριφορές, υπό ορισμένες συνθήκες, και όχι άλλες. Τελικά η δομή-μορφή δεν είναι μια αυθύπαρκτη προϋπάρχουσα ιδέα, αλλά προκύπτει άμεσα και σε συνάρτηση με τις ιδιότητες των ατόμων και τις μεταξύ τους υλικές ιδιότητες και από τις αλληλεπιδράσεις που αυτές προκαλούν ανάμεσα στα άτομα.

Οι ιδιότητες αυτές εξαρτώνται πάλι από την ενέργεια, τις σχέσεις (που θα μπορούσαμε να τα δούμε ως ανταλλαγή πληροφορίας) μεταξύ των στοιχειωδών-θεμελιωδών σωματιδίων (κουάρκ-ηλεκτρόνια) που συναποτελούν τα άτομα, τα συστατικά τους δηλαδή στοιχεία. Η ίδια η συμμετρία που συναντάμε σε ορισμένες δομές (όπως οι κρύσταλλοι) εξαρτάται από τις ιδιότητες της ύλης: υπάρχουν 32 συμμετρικές τάξεις (κρύσταλλοι), οι οποίες συνδέονται στενά με τη δομή του ατόμου (ό.π.: 155). Επομένως, θα υποθέταμε ότι και το άτομο είναι μια δομή-μορφή = βαθιά δομή που απλώνεται-ξεδιπλώνεται στον χώρο-χρόνο μέσα από τις ιδιότητές του, οι οποίες μεταβιβάζονται-διαχέονται μέσα από τις αλληλεπιδράσεις που προκαλούν με άλλα άτομα, αλληλεπιδράσεις όχι τυχαίες (αν και με μια ορισμένη γκάμα δυνατοτήτων-επιλογών-πιθανών καταστάσεων) αλλά προ-καθορισμένες ενδεχομενικά-πιθανοκρατικά που τελικά παίρνουν κάποια συγκεκριμένη μορφή-δομή ανάλογα με τις συνθήκες.

Το να περάσουμε τώρα στην κοινωνία και τους ανθρώπους είναι δύσκολο, διότι προκύπτει ο κίνδυνος της απλούστευσης-αναγωγισμού, αλλά αναγκαίο: ποια είναι εκείνα να βασικά υλικά, τα στοιχειώδη συστατικά («σωματίδια»), και πώς θα αναδιαταχθούν στον χωροχρόνο σε μια νέα δομή-μορφή (και ποια είναι αυτή η δομή) που θα είναι η νέα επαναστατική-αναρχική κοινωνία; Ο Έρνστ Φίσερ, από μια μαρξιστική σκοπιά, μας λέει ότι τα συστατικά στοιχεία σε μια κοινωνία είναι οι παραγωγικές δυνάμεις που αλλάζουν και έτσι επιβάλλουν την αλλαγή της δομής, τις παραγωγικές-οικονομικές και τελικά τις κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα όμως δέχεται ότι και το εποικοδόμημα, δηλαδή ο πολιτισμός, οι αξίες, οι ιδεολογίες επηρεάζουν, συχνά καθοριστικά, τη δομή. Συνεπώς μπορούμε να πούμε ότι και αυτοί οι παράγοντες αποτελούν συστατικά στοιχεία που στην αλληλεπίδρασή τους, είτε τα ήδη υπάρχοντα είτε και νέα που εμφανίζονται ιστορικά, δημιουργούν νέες δομές-μορφές στη θέση των προηγούμενων που διαλύονται και εξαφανίζονται. Ποια είναι λοιπόν αυτά τα προϋπάρχοντα στοιχεία (αρχέτυπα του συλλογικού ασυνείδητου, ιδέες και αξίες, αισθητικά πρότυπα, μοντέλα σκέψης, λόγοι-discourses), που με την αναδιάταξή τους στο χώρο και με νέες σχέσεις-αλληλεπιδράσεις να διαμείβονται μεταξύ τους θα γεννήσουν νέες κοινωνικές δομές; Ή ποια άγνωστα ακόμα, ή και νεοεμφανιζόμενα, θα παίξουν αλληλεπιδρώντας το ένα με το άλλο καταλυτικό ρόλο στην αποδόμηση του υπάρχοντος και στη δημιουργία νέων κοινωνικών σχέσεων και ανθρωπολογικών τύπων, δηλαδή δομομορφών;

Το αρχέτυπο της ελευθερίας, η προθετικότητα της συνείδησης για αυθεντικά πράγματα που έχουν απόλυτη-αξία-και για την αλήθεια, η αλληλεγγύη, η ομαδικότητα και η αρμονία, η συμμετρία και η λογική δομή που συνέχει τα ανθρώπινα καλλιτεχνήματα και εν γένει τα πνευματικά δημιουργήματα, ένα νέο φαντασιακό που ενοποιεί το άτομο με την κοινωνία, αναιρώντας την φαινομενική μεταξύ τους αντίθεση, μια ανανεωμένη ουκουμενική ανθρωπινότητα-προθετικότητα-συνειδητότητα, η απόλυτη ισότητα μέσα από τη διαφορετικότητα (αναίρεση της διχοτομίας). Αλλά και η πίστη ως γνήσια γνώση, δηλαδή ως ενόραση της αλήθειας (όχι με τη παραφθορά της στη θρησκευτική εκδοχή της), η διαχρονική άρνηση και η αντίσταση στην εξουσία-καταπίεση συνδυασμένη με την κατάφαση-θετικότητα της δημιουργίας-πνευματικότητας του ανθρώπου ως οικουμενικού υποκειμένου, η φαντασία και η έκπληξη, το αδιανότητο και το αποκλίνον που δημιουργεί τα άλματα και τα μεγαλεία του ανθρώπου στην τέχνη και την επιστήμη – κόντρα στη συμβατική κοινή λογική. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με την πνευματικοποίηση του δημόσιου χώρου – καθότι το διαδίκτυο, ως ψηφιακός χώρος είναι άυλος – τις νέες τεχνολογίες με τις ασύλληπτες παραγωγικές δυνάμεις που ελευθερώνουν… να μερικές σκέψεις για τις δυνατότητες και ενδεχομενικότητες που ανοίγονται μπροστά μας.

28/1/2014

Δημήτρης φασόλης






[1] Έρνστ Φίσερ, 1972. «Η αναγκαιότητα της τέχνης», Αθήνα: Εκδόσεις Μπουκουμάνη.